ζωοφιλία


ζωοφιλία
[зоофилиа] ουσ. Θ. покровительство животных,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ζωοφιλία" в других словарях:

  • ζωοφιλία — η 1. η ιδιότητα τού ζωόφιλου, η αγάπη και το ενδιαφέρον για τα ζώα 2. βοτ. η γονιμοποίηση τών ανθέων μερικών φυτών με τη μεταφορά τής γύρης από διάφορα ζώα 3. ζωολ. η έλξη που παρατηρείται σε ορισμένα ζωικά είδη για ορισμένα άλλα, όπως π.χ. τών… …   Dictionary of Greek

  • ζωοφιλία — η αγάπη για τα ζώα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ζω(ο)- — (I) (AM ζω[ο] ) α συνθετικό λέξεων που δηλώνει ότι το β συνθετικό α) αναφέρεται στη ζωή ή έχει σχέση με τη ζωή («ζωοπάροχος», «ζωοπλάσσω») β) αναδίδει ζωή ή ζωτικότητα («ζωομύριστος», «ζωπυρίς»). [ΕΤΥΜΟΛ. Στην Αρχαία Ελληνική ζω(ο) (Ι) είναι τ.… …   Dictionary of Greek

  • Βέλγιο — Κράτος της βόρειας Ευρώπης, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.Συνορεύει Β και ΒΑ με την Ολλανδία, Α με τη Γερμανία, ΝΑ με το Λουξεμβούργο, Ν με τη Γαλλία, ενώ ΒΔ βρέχεται από τη Βόρεια θάλασσα.Το κράτος του Β. (που τα σημερινά σύνορά του σε γενικές… …   Dictionary of Greek